Α'

ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ

Τα παιδικά μας χρόνια

κοιμούνται σε άνθη νεραντζιάς

σε τρυφερά σεντόνια

και σε ανεπαίσθητο άνεμο

αναδεύονται

ξυπνάνε.


Κι ο ύπνος μας είναι ελαφρύς

κι όσο περνούν τα χρόνια

λιγοστεύει.

Σε παρακαλώ βοριά μου

φύσα ταπεινά.

*

Η ΠΗΓΗ

Το χώμα νοτισμένο

γύρω μικρές πατημασιές

-αγρίμια κι αγριμάκια μου

γεράκια και τρυγόνια που πετάτε.


Κρυμμένο μέσ΄στα βάτα

αναβλύζει το νερό με φυσαλίδες

ανασηκώνει τα χαλίκια.

Μαθαίνω το νερό

νεράκι.


Νερό στον ουρανίσκο μου

λαλιά νερού στα σπλάχνα.

*

Β'

Η ΑΓΑΠΗ δυναμώνει και την πέτρα.


Ανθίζουν σπίτια ταπεινά

όρθια μετράνε τους αιώνες.

Κυλάει το ποτάμι της αγάπης

το αίμα που δε γίνεται νερό,

κι όπως στεριώνει τις γενιές

την πέτρα δυναμώνει.


Αρχοντικά περήφανα ρημάξαν.

Μεσοτοιχίες εχθρικές μοιράσανε τις σάλες

-που να περάσουν οι ψυχές

που να βρει κοίτη η αγάπη-

σαλεύουν απ' τη θέση τους

γκρεμίζονται και οι πέτρες.


Γιατί η αγάπη στερεώνει και την πέτρα.

*